吹き集める
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 σπάνιο παρασύρω και συγκεντρώνω (με τη δύναμη του ανέμου)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 吹き集める
- Παρόν (ευγενικό)
- 吹き集めます
- Άρνηση (απλή)
- 吹き集めない
- Άρνηση (ευγενική)
- 吹き集めません
- Παρελθόν (απλό)
- 吹き集めた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 吹き集めました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 吹き集めなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 吹き集めませんでした
- Τε-μορφή
- 吹き集めて
- Δυνητική
- 吹き集められる
- Προστακτική
- 吹き集めろ
- Βουλητική
- 吹き集めよう
- Υποθετική (ば)
- 吹き集めれば
- Υποθετική (たら)
- 吹き集めたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 吹き集めたい
- Απαγορευτική (~な)
- 吹き集めるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 吹き集めなさい
- Παθητική
- 吹き集められる
- Αιτιατική
- 吹き集めさせる