吹き鳴らす
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 φυσώ (κόρνα κ.ά.), ηχώ
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 吹き鳴らす
- Παρόν (ευγενικό)
- 吹き鳴らします
- Άρνηση (απλή)
- 吹き鳴らさない
- Άρνηση (ευγενική)
- 吹き鳴らしません
- Παρελθόν (απλό)
- 吹き鳴らした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 吹き鳴らしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 吹き鳴らさなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 吹き鳴らしませんでした
- Τε-μορφή
- 吹き鳴らして
- Δυνητική
- 吹き鳴らせる
- Προστακτική
- 吹き鳴らせ
- Βουλητική
- 吹き鳴らそう
- Υποθετική (ば)
- 吹き鳴らせば
- Υποθετική (たら)
- 吹き鳴らしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 吹き鳴らしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 吹き鳴らすな
- Προστακτική (ευγενική)
- 吹き鳴らしなさい
- Παθητική
- 吹き鳴らされる
- Αιτιατική
- 吹き鳴らさせる