っかける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα φυσώ πάνω σε, εκπνέω πάνω σε, ψεκάζω
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα προκαλώ σε καυγά, προκαλώ, επιβάλλω παράλογους όρους, ζητώ το ακατόρθωτο
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα υπερβάλλω, ζητώ υπέρογκο τίμημα, χρεώνω υπερβολικά

Κλίση

Παρόν (απλό)
吹っかける
Παρόν (ευγενικό)
吹っかけます
Άρνηση (απλή)
吹っかけない
Άρνηση (ευγενική)
吹っかけません
Παρελθόν (απλό)
吹っかけた
Παρελθόν (ευγενικό)
吹っかけました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
吹っかけなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
吹っかけませんでした
Τε-μορφή
吹っかけて
Δυνητική
吹っかけられる
Προστακτική
吹っかけろ
Βουλητική
吹っかけよう
Υποθετική (ば)
吹っかければ