れる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 διαλύομαι, εξαλείφομαι (για αμφιβολίες, αρνητικά συναισθήματα κ.λπ.), ξεπερνιέμαι, αφήνω κάτι πίσω μου
  2. 02 σπάζω, εκρήγνυμαι (για φλεγμονή, απόστημα κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
吹っ切れる
Παρόν (ευγενικό)
吹っ切れます
Άρνηση (απλή)
吹っ切れない
Άρνηση (ευγενική)
吹っ切れません
Παρελθόν (απλό)
吹っ切れた
Παρελθόν (ευγενικό)
吹っ切れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
吹っ切れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
吹っ切れませんでした
Τε-μορφή
吹っ切れて
Δυνητική
吹っ切れられる
Προστακτική
吹っ切れろ
Βουλητική
吹っ切れよう
Υποθετική (ば)
吹っ切れれば