ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 παρασύρομαι (από τον αέρα), εκτοξεύομαι
  2. 02 εξαφανίζομαι, χάνομαι
  3. 03 βιάζομαι, σπεύδω, ορμώ

Παραδείγματα

  • 帽子ぼうし吹っ飛ふっとんだ

    Έφυγε το καπέλο μου από τον αέρα.

  • 心配事しんぱいごと吹っ飛ふっとんだ

    Οι ανησυχίες μου ξεχάστηκαν.

  • いそいでいたので、大切たいせつ予定よていあたまから吹っ飛ふっとんでいた。

    Επειδή βιαζόμουν, μου ξέφυγε τελείως από το μυαλό το σημαντικό ραντεβού.

Κλίση

Παρόν (απλό)
吹っ飛ぶ
Παρόν (ευγενικό)
吹っ飛びます
Άρνηση (απλή)
吹っ飛ばない
Άρνηση (ευγενική)
吹っ飛びません
Παρελθόν (απλό)
吹っ飛んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
吹っ飛びました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
吹っ飛ばなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
吹っ飛びませんでした
Τε-μορφή
吹っ飛んで
Δυνητική
吹っ飛べる
Προστακτική
吹っ飛べ
Βουλητική
吹っ飛ぼう
Υποθετική (ば)
吹っ飛べば