てい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 επίδειξη (διαβατηρίου, ταυτότητας, συναλλαγματικής κ.λπ.), παρουσίαση, προσκόμιση (π.χ. εγγράφων)

Κλίση

Παρόν (απλό)
呈示する
Παρόν (ευγενικό)
呈示します
Άρνηση (απλή)
呈示しない
Άρνηση (ευγενική)
呈示しません
Παρελθόν (απλό)
呈示した
Παρελθόν (ευγενικό)
呈示しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
呈示しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
呈示しませんでした
Τε-μορφή
呈示して
Δυνητική
呈示できる
Προστακτική
呈示しろ
Βουλητική
呈示しよう
Υποθετική (ば)
呈示すれば