呉れる
ρήμα, άλλο | Μετάφραση από JMdict
- 01 συνήθως γραμμένο με κάνα δίνω, επιτρέπω σε κάποιον να έχει
- 02 συνήθως γραμμένο με κάνα δίνω
- 03 συνήθως γραμμένο με κάνα κάνω κάτι για χάρη κάποιου, μπαίνω στον κόπο να κάνω
- 04 συνήθως γραμμένο με κάνα κάνω κάτι εις βάρος κάποιου
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 呉れる
- Παρόν (ευγενικό)
- 呉れます
- Άρνηση (απλή)
- 呉れない
- Άρνηση (ευγενική)
- 呉れません
- Παρελθόν (απλό)
- 呉れた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 呉れました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 呉れなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 呉れませんでした
- Τε-μορφή
- 呉れて
- Δυνητική
- 呉れられる
- Προστακτική
- 呉れろ
- Βουλητική
- 呉れよう
- Υποθετική (ば)
- 呉れれば
- Υποθετική (たら)
- 呉れたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 呉れたい
- Απαγορευτική (~な)
- 呉れるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 呉れなさい
- Παθητική
- 呉れられる
- Αιτιατική
- 呉れさせる