しゅうかい

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 περιφορά, τροχιά, κύκλος
  2. 02 περίμετρος, περίμετρος κύκλου, περιφέρεια

Κλίση

Παρόν (απλό)
周回する
Παρόν (ευγενικό)
周回します
Άρνηση (απλή)
周回しない
Άρνηση (ευγενική)
周回しません
Παρελθόν (απλό)
周回した
Παρελθόν (ευγενικό)
周回しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
周回しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
周回しませんでした
Τε-μορφή
周回して
Δυνητική
周回できる
Προστακτική
周回しろ
Βουλητική
周回しよう
Υποθετική (ば)
周回すれば