まじな

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

Άλλες αναγνώσεις: のろう

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα προσεύχομαι για την αποφυγή συμφοράς ή ασθένειας
  2. 02 συνήθως γραμμένο με κάνα προσεύχομαι να προκληθεί κακό ή θάνατος σε κάποιον, καταριέμαι
  3. 03 συνήθως γραμμένο με κάνα μαγεύω, ξορκίζω, ρίχνω μάγια (σε κάποιον)
  4. 04 αρχαϊκό θεραπεύω ασθένεια (με προσευχή)

Κλίση

Παρόν (απλό)
呪う
Παρόν (ευγενικό)
呪います
Άρνηση (απλή)
呪わない
Άρνηση (ευγενική)
呪いません
Παρελθόν (απλό)
呪った
Παρελθόν (ευγενικό)
呪いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
呪わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
呪いませんでした
Τε-μορφή
呪って
Δυνητική
呪える
Προστακτική
呪え
Βουλητική
呪おう
Υποθετική (ば)
呪えば