呱々の声をあげる
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 γεννιέμαι (για μωρό), έρχομαι στον κόσμο
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 呱々の声をあげる
- Παρόν (ευγενικό)
- 呱々の声をあげます
- Άρνηση (απλή)
- 呱々の声をあげない
- Άρνηση (ευγενική)
- 呱々の声をあげません
- Παρελθόν (απλό)
- 呱々の声をあげた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 呱々の声をあげました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 呱々の声をあげなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 呱々の声をあげませんでした
- Τε-μορφή
- 呱々の声をあげて
- Δυνητική
- 呱々の声をあげられる
- Προστακτική
- 呱々の声をあげろ
- Βουλητική
- 呱々の声をあげよう
- Υποθετική (ば)
- 呱々の声をあげれば
- Υποθετική (たら)
- 呱々の声をあげたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 呱々の声をあげたい
- Απαγορευτική (~な)
- 呱々の声をあげるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 呱々の声をあげなさい
- Παθητική
- 呱々の声をあげられる
- Αιτιατική
- 呱々の声をあげさせる