味をつける
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 δίνω γεύση (π.χ. με αλάτι), καρυκεύω, αρωματίζω, προσθέτω αλκοόλ (π.χ. ουίσκι)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 味をつける
- Παρόν (ευγενικό)
- 味をつけます
- Άρνηση (απλή)
- 味をつけない
- Άρνηση (ευγενική)
- 味をつけません
- Παρελθόν (απλό)
- 味をつけた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 味をつけました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 味をつけなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 味をつけませんでした
- Τε-μορφή
- 味をつけて
- Δυνητική
- 味をつけられる
- Προστακτική
- 味をつけろ
- Βουλητική
- 味をつけよう
- Υποθετική (ば)
- 味をつければ
- Υποθετική (たら)
- 味をつけたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 味をつけたい
- Απαγορευτική (~な)
- 味をつけるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 味をつけなさい
- Παθητική
- 味をつけられる
- Αιτιατική
- 味をつけさせる