をつける

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 κάνω γκάφα, τα θαλασσώνω, αποτυγχάνω και διασύρομαι, εκτίθεμαι
  2. 02 απλώνω μίσο (π.χ. σε κόνιακου)

Κλίση

Παρόν (απλό)
味噌をつける
Παρόν (ευγενικό)
味噌をつけます
Άρνηση (απλή)
味噌をつけない
Άρνηση (ευγενική)
味噌をつけません
Παρελθόν (απλό)
味噌をつけた
Παρελθόν (ευγενικό)
味噌をつけました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
味噌をつけなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
味噌をつけませんでした
Τε-μορφή
味噌をつけて
Δυνητική
味噌をつけられる
Προστακτική
味噌をつけろ
Βουλητική
味噌をつけよう
Υποθετική (ば)
味噌をつければ