とく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 πλήρης εκτίμηση και απόλαυση (π.χ. ενός έργου τέχνης)

Κλίση

Παρόν (απλό)
味得する
Παρόν (ευγενικό)
味得します
Άρνηση (απλή)
味得しない
Άρνηση (ευγενική)
味得しません
Παρελθόν (απλό)
味得した
Παρελθόν (ευγενικό)
味得しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
味得しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
味得しませんでした
Τε-μορφή
味得して
Δυνητική
味得できる
Προστακτική
味得しろ
Βουλητική
味得しよう
Υποθετική (ば)
味得すれば