かた

ουσιαστικό, ρήμα | N3 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φίλος, σύμμαχος, υποστηρικτής
  2. 02 παίρνω το μέρος, τάσσομαι με, υποστηρίζω, συμπαραστέκομαι, στέκομαι στο πλευρό, ενισχύω

Παραδείγματα

  • ははわたし味方みかたです。

    Η μαμά μου είναι με το μέρος μου.

  • なにがあっても、わたしはいつもあなたの味方みかただよ。

    Ό,τι κι αν γίνει, θα είμαι πάντα με το μέρος σου.

  • どんなに困難こんなん状況じょうきょうでも、たった一人ひとりでも味方みかたがいると心強こころづよいものです。

    Ακόμα και στις πιο δύσκολες καταστάσεις, το να έχεις έστω έναν σύμμαχο σου δίνει μεγάλη δύναμη.

Κλίση

Παρόν (απλό)
味方する
Παρόν (ευγενικό)
味方します
Άρνηση (απλή)
味方しない
Άρνηση (ευγενική)
味方しません
Παρελθόν (απλό)
味方した
Παρελθόν (ευγενικό)
味方しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
味方しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
味方しませんでした
Τε-μορφή
味方して
Δυνητική
味方できる
Προστακτική
味方しろ
Βουλητική
味方しよう
Υποθετική (ば)
味方すれば