呼よばわり

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αποκαλώ (κάποιον κλέφτη, δειλό, κ.λπ.), χαρακτηρίζω (ως), καταγγέλλω

Παραδείγματα

  • 彼かれは私わたしを嘘うそつきと呼よばわりました。

    Με αποκάλεσε ψεύτη.

  • 証拠しょうこもないのに、彼かれを犯人はんにんだと呼よばわるのは間違まちがっています。

    Είναι λάθος να τον αποκαλούμε εγκληματία χωρίς αποδείξεις.

  • 根ねも葉はもない噂うわさで人ひとを中傷ちゅうしょうし、悪人あくにんと呼よばわるような行為こういは許ゆるされるべきではありません。

    Ενέργειες όπως η δυσφήμιση ανθρώπων με αβάσιμες φήμες και το να τους χαρακτηρίζεις κακούς δεν πρέπει να γίνονται ανεκτές.

Κλίση

Παρόν (απλό)
呼ばわりする
Παρόν (ευγενικό)
呼ばわりします
Άρνηση (απλή)
呼ばわりしない
Άρνηση (ευγενική)
呼ばわりしません
Παρελθόν (απλό)
呼ばわりした
Παρελθόν (ευγενικό)
呼ばわりしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
呼ばわりしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
呼ばわりしませんでした
Τε-μορφή
呼ばわりして
Δυνητική
呼ばわりできる
Προστακτική
呼ばわりしろ
Βουλητική
呼ばわりしよう
Υποθετική (ば)
呼ばわりすれば