ばわる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φωνάζω, κραυγάζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
呼ばわる
Παρόν (ευγενικό)
呼ばわります
Άρνηση (απλή)
呼ばわらない
Άρνηση (ευγενική)
呼ばわりません
Παρελθόν (απλό)
呼ばわった
Παρελθόν (ευγενικό)
呼ばわりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
呼ばわらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
呼ばわりませんでした
Τε-μορφή
呼ばわって
Δυνητική
呼ばわれる
Προστακτική
呼ばわれ
Βουλητική
呼ばわろう
Υποθετική (ば)
呼ばわれば