びつける

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καλώ κάποιον να έρθει, ζητώ την παρουσία κάποιου, προσκαλώ
  2. 02 αποκαλώ συνεχώς κάποιον με ένα όνομα, συνηθίζω να αποκαλώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
呼びつける
Παρόν (ευγενικό)
呼びつけます
Άρνηση (απλή)
呼びつけない
Άρνηση (ευγενική)
呼びつけません
Παρελθόν (απλό)
呼びつけた
Παρελθόν (ευγενικό)
呼びつけました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
呼びつけなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
呼びつけませんでした
Τε-μορφή
呼びつけて
Δυνητική
呼びつけられる
Προστακτική
呼びつけろ
Βουλητική
呼びつけよう
Υποθετική (ば)
呼びつければ