びにやる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 στέλνω να φωνάξουν (γιατρό κ.λπ.)

Κλίση

Παρόν (απλό)
呼びにやる
Παρόν (ευγενικό)
呼びにやります
Άρνηση (απλή)
呼びにやらない
Άρνηση (ευγενική)
呼びにやりません
Παρελθόν (απλό)
呼びにやった
Παρελθόν (ευγενικό)
呼びにやりました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
呼びにやらなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
呼びにやりませんでした
Τε-μορφή
呼びにやって
Δυνητική
呼びにやれる
Προστακτική
呼びにやれ
Βουλητική
呼びにやろう
Υποθετική (ば)
呼びにやれば