呼び出す
ρήμα | N2 | Μετάφραση από JMdict
- 01 καλώ (κάποιον στην πόρτα, στο τηλέφωνο κ.λπ.), λέω σε κάποιον να έρθει, προσκαλώ, καλώ (με βομβητή), επικαλούμαι (π.χ. πνεύμα)
- 02 καλώ (π.χ. υπορουτίνα), ανοίγω (π.χ. αρχείο)
Παραδείγματα
-
先生を呼び出す。
Καλώ τον καθηγητή.
-
彼に電話して、会議室に呼び出す。
Θα τον πάρω τηλέφωνο για να έρθει στην αίθουσα συνεδριάσεων.
-
システムに保存されている顧客情報を呼び出し、内容を確認した。
Ανέκτησα τα στοιχεία πελατών που ήταν αποθηκευμένα στο σύστημα και επιβεβαίωσα το περιεχόμενο.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 呼び出す
- Παρόν (ευγενικό)
- 呼び出します
- Άρνηση (απλή)
- 呼び出さない
- Άρνηση (ευγενική)
- 呼び出しません
- Παρελθόν (απλό)
- 呼び出した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 呼び出しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 呼び出さなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 呼び出しませんでした
- Τε-μορφή
- 呼び出して
- Δυνητική
- 呼び出せる
- Προστακτική
- 呼び出せ
- Βουλητική
- 呼び出そう
- Υποθετική (ば)
- 呼び出せば
- Υποθετική (たら)
- 呼び出したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 呼び出したい
- Απαγορευτική (~な)
- 呼び出すな
- Προστακτική (ευγενική)
- 呼び出しなさい
- Παθητική
- 呼び出される
- Αιτιατική
- 呼び出させる