れる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνηθίζω να προσφωνώ κάποιον με ένα συγκεκριμένο όνομα

Κλίση

Παρόν (απλό)
呼び慣れる
Παρόν (ευγενικό)
呼び慣れます
Άρνηση (απλή)
呼び慣れない
Άρνηση (ευγενική)
呼び慣れません
Παρελθόν (απλό)
呼び慣れた
Παρελθόν (ευγενικό)
呼び慣れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
呼び慣れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
呼び慣れませんでした
Τε-μορφή
呼び慣れて
Δυνητική
呼び慣れられる
Προστακτική
呼び慣れろ
Βουλητική
呼び慣れよう
Υποθετική (ば)
呼び慣れれば