てにする

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 απευθύνομαι σε κάποιον παραλείποντας τη χρήση επιθήματος όπως -σαν ή -τσαν, αναφέρομαι σε κάποιον χωρίς τη χρήση τιμητικού επιθήματος

Κλίση

Παρόν (απλό)
呼び捨てにする
Παρόν (ευγενικό)
呼び捨てにします
Άρνηση (απλή)
呼び捨てにしない
Άρνηση (ευγενική)
呼び捨てにしません
Παρελθόν (απλό)
呼び捨てにした
Παρελθόν (ευγενικό)
呼び捨てにしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
呼び捨てにしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
呼び捨てにしませんでした
Τε-μορφή
呼び捨てにして
Δυνητική
呼び捨てにできる
Προστακτική
呼び捨てにしろ
Βουλητική
呼び捨てにしよう
Υποθετική (ば)
呼び捨てにすれば