こす

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ξυπνώ (κάποιον) φωνάζοντάς τον, αφυπνίζω
  2. 02 ανακαλώ (στη μνήμη), φέρνω πίσω (αναμνήσεις), προκαλώ, διεγείρω (π.χ. ενδιαφέρον)

Κλίση

Παρόν (απλό)
呼び起こす
Παρόν (ευγενικό)
呼び起こします
Άρνηση (απλή)
呼び起こさない
Άρνηση (ευγενική)
呼び起こしません
Παρελθόν (απλό)
呼び起こした
Παρελθόν (ευγενικό)
呼び起こしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
呼び起こさなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
呼び起こしませんでした
Τε-μορφή
呼び起こして
Δυνητική
呼び起こせる
Προστακτική
呼び起こせ
Βουλητική
呼び起こそう
Υποθετική (ば)
呼び起こせば