ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανάκληση στη μνήμη, θύμηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
呼起する
Παρόν (ευγενικό)
呼起します
Άρνηση (απλή)
呼起しない
Άρνηση (ευγενική)
呼起しません
Παρελθόν (απλό)
呼起した
Παρελθόν (ευγενικό)
呼起しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
呼起しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
呼起しませんでした
Τε-μορφή
呼起して
Δυνητική
呼起できる
Προστακτική
呼起しろ
Βουλητική
呼起しよう
Υποθετική (ば)
呼起すれば