いのちひろ

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 γλιτώνω παρά τρίχα τον θάνατο, αποφεύγω οριακά τον θάνατο

Κλίση

Παρόν (απλό)
命を拾う
Παρόν (ευγενικό)
命を拾います
Άρνηση (απλή)
命を拾わない
Άρνηση (ευγενική)
命を拾いません
Παρελθόν (απλό)
命を拾った
Παρελθόν (ευγενικό)
命を拾いました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
命を拾わなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
命を拾いませんでした
Τε-μορφή
命を拾って
Δυνητική
命を拾える
Προστακτική
命を拾え
Βουλητική
命を拾おう
Υποθετική (ば)
命を拾えば