命を捧げる
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 θυσιάζω τη ζωή μου (π.χ. σε μάχη), αφιερώνω τη ζωή μου (π.χ. σε έναν σκοπό)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 命を捧げる
- Παρόν (ευγενικό)
- 命を捧げます
- Άρνηση (απλή)
- 命を捧げない
- Άρνηση (ευγενική)
- 命を捧げません
- Παρελθόν (απλό)
- 命を捧げた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 命を捧げました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 命を捧げなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 命を捧げませんでした
- Τε-μορφή
- 命を捧げて
- Δυνητική
- 命を捧げられる
- Προστακτική
- 命を捧げろ
- Βουλητική
- 命を捧げよう
- Υποθετική (ば)
- 命を捧げれば
- Υποθετική (たら)
- 命を捧げたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 命を捧げたい
- Απαγορευτική (~な)
- 命を捧げるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 命を捧げなさい
- Παθητική
- 命を捧げられる
- Αιτιατική
- 命を捧げさせる