しゃく

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μάσημα, κατάμαση
  2. 02 επεξεργασία (π.χ. λέξεων), αφομοίωση, κατανόηση, εκτίμηση

Παραδείγματα

  • 咀嚼そしゃくする

    Μασάω.

  • ものはよく咀嚼そしゃくしてからみましょう。

    Ας καταπιούμε το φαγητό αφού το μασήσουμε καλά.

  • かれ言葉ことばをよく咀嚼そしゃくして、その真意しんい理解りかいするようつとめた。

    Προσπάθησα να κατανοήσω το αληθινό νόημα των λόγων του, αφού τους επεξεργάστηκα καλά.

Κλίση

Παρόν (απλό)
咀嚼する
Παρόν (ευγενικό)
咀嚼します
Άρνηση (απλή)
咀嚼しない
Άρνηση (ευγενική)
咀嚼しません
Παρελθόν (απλό)
咀嚼した
Παρελθόν (ευγενικό)
咀嚼しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
咀嚼しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
咀嚼しませんでした
Τε-μορφή
咀嚼して
Δυνητική
咀嚼できる
Προστακτική
咀嚼しろ
Βουλητική
咀嚼しよう
Υποθετική (ば)
咀嚼すれば