咄とっ嗟さに

επίρρημα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα αμέσως, άμεσα, σε μια στιγμή, γρήγορα, ξαφνικά, ενστικτωδώς, αυθόρμητα

Παραδείγματα

  • 咄嗟とっさに隠かくれた。

    Κρύφτηκα αμέσως.

  • 危険きけんを感かんじ、咄嗟とっさに身みを引ひいた。

    Ένιωσα τον κίνδυνο και αμέσως τραβήχτηκα πίσω.

  • 彼かれは何なにも考かんがえずに、咄嗟とっさに最善さいぜんの行動こうどうを取とっていた。

    Χωρίς να σκεφτεί καθόλου, ενστικτωδώς έκανε την καλύτερη κίνηση.