する

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τα πηγαίνω καλά, συμβιώνω αρμονικά
  2. 02 προσθέτω, συμπληρώνω (συμφωνώντας με τη δική μου φωνή ή άποψη)

Κλίση

Παρόν (απλό)
和する
Παρόν (ευγενικό)
和します
Άρνηση (απλή)
和しない
Άρνηση (ευγενική)
和しません
Παρελθόν (απλό)
和した
Παρελθόν (ευγενικό)
和しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
和しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
和しませんでした
Τε-μορφή
和して
Δυνητική
和できる
Προστακτική
和しろ
Βουλητική
和しよう
Υποθετική (ば)
和すれば