和やわらぐ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 μαλακώνω, ηρεμώ, ανακουφίζομαι, εξασθενώ, υποχωρώ, μετριάζομαι

Παραδείγματα

  • 寒さむさが和やわらぎます。

    Το κρύο μαλακώνει.

  • 嵐あらしがようやく和やわらいで、空そらが明あかるくなりました。

    Η καταιγίδα επιτέλους υποχώρησε και ο ουρανός καθάρισε.

  • 長引ながびく対立たいりつの中なか、彼かれの穏おだやかな言葉ことばが緊張きんちょうを和やわらげる効果こうかを生うみました。

    Μέσα στην παρατεταμένη σύγκρουση, τα ήρεμα λόγια του είχαν ως αποτέλεσμα να μετριαστεί η ένταση.

Κλίση

Παρόν (απλό)
和らぐ
Παρόν (ευγενικό)
和らぎます
Άρνηση (απλή)
和らがない
Άρνηση (ευγενική)
和らぎません
Παρελθόν (απλό)
和らいだ
Παρελθόν (ευγενικό)
和らぎました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
和らがなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
和らぎませんでした
Τε-μορφή
和らいで
Δυνητική
和らげる
Προστακτική
和らげ
Βουλητική
和らごう
Υποθετική (ば)
和らげば