みだれる

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ανθίζω σε αφθονία

Κλίση

Παρόν (απλό)
咲き乱れる
Παρόν (ευγενικό)
咲き乱れます
Άρνηση (απλή)
咲き乱れない
Άρνηση (ευγενική)
咲き乱れません
Παρελθόν (απλό)
咲き乱れた
Παρελθόν (ευγενικό)
咲き乱れました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
咲き乱れなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
咲き乱れませんでした
Τε-μορφή
咲き乱れて
Δυνητική
咲き乱れられる
Προστακτική
咲き乱れろ
Βουλητική
咲き乱れよう
Υποθετική (ば)
咲き乱れれば