せき

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βήχω

Κλίση

Παρόν (απλό)
咳が出る
Παρόν (ευγενικό)
咳が出ます
Άρνηση (απλή)
咳が出ない
Άρνηση (ευγενική)
咳が出ません
Παρελθόν (απλό)
咳が出た
Παρελθόν (ευγενικό)
咳が出ました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
咳が出なかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
咳が出ませんでした
Τε-μορφή
咳が出て
Δυνητική
咳が出られる
Προστακτική
咳が出ろ
Βουλητική
咳が出よう
Υποθετική (ば)
咳が出れば