咳せき込こむ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 βήχω έντονα, παθαίνω κρίση βήχα

Παραδείγματα

  • 子こどもが咳せきき込こむ。

    Το παιδί βήχει έντονα.

  • 煙けむりを吸すい込こんで、急きゅうに咳せきき込こんでしまった。

    Εισέπνευσα καπνό και άρχισα ξαφνικά να βήχω έντονα.

  • 風邪かぜがひどく、夜中よなかに激はげしく咳せきき込こんで睡眠すいみんが妨さまたげられた。

    Είχα βαριά κρύωμα και το βράδυ έβηχα τόσο έντονα που ο ύπνος μου διακόπηκε.

Κλίση

Παρόν (απλό)
咳き込む
Παρόν (ευγενικό)
咳き込みます
Άρνηση (απλή)
咳き込まない
Άρνηση (ευγενική)
咳き込みません
Παρελθόν (απλό)
咳き込んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
咳き込みました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
咳き込まなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
咳き込みませんでした
Τε-μορφή
咳き込んで
Δυνητική
咳き込める
Προστακτική
咳き込め
Βουλητική
咳き込もう
Υποθετική (ば)
咳き込めば