咳く
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
Άλλες αναγνώσεις: しわぶく
- 01 σπάνιο βήχω
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 咳く
- Παρόν (ευγενικό)
- 咳きます
- Άρνηση (απλή)
- 咳かない
- Άρνηση (ευγενική)
- 咳きません
- Παρελθόν (απλό)
- 咳いた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 咳きました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 咳かなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 咳きませんでした
- Τε-μορφή
- 咳いて
- Δυνητική
- 咳ける
- Προστακτική
- 咳け
- Βουλητική
- 咳こう
- Υποθετική (ば)
- 咳けば
- Υποθετική (たら)
- 咳いたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 咳きたい
- Απαγορευτική (~な)
- 咳くな
- Προστακτική (ευγενική)
- 咳きなさい
- Παθητική
- 咳かれる
- Αιτιατική
- 咳かせる