あわれむ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 λυπάμαι, αισθάνομαι συμπόνια για, συμπάσχω με, λυπάμαι κάποιον, δείχνω έλεος σε
  2. 02 ποιητικό απολαμβάνω την ομορφιά, εκτιμώ, θαυμάζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
哀れむ
Παρόν (ευγενικό)
哀れみます
Άρνηση (απλή)
哀れまない
Άρνηση (ευγενική)
哀れみません
Παρελθόν (απλό)
哀れんだ
Παρελθόν (ευγενικό)
哀れみました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
哀れまなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
哀れみませんでした
Τε-μορφή
哀れんで
Δυνητική
哀れめる
Προστακτική
哀れめ
Βουλητική
哀れもう
Υποθετική (ば)
哀れめば