哀悼
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 συλλυπητήρια, λύπη, φόρος τιμής, θλίψη, συμπαράσταση, θρήνος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 哀悼する
- Παρόν (ευγενικό)
- 哀悼します
- Άρνηση (απλή)
- 哀悼しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 哀悼しません
- Παρελθόν (απλό)
- 哀悼した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 哀悼しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 哀悼しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 哀悼しませんでした
- Τε-μορφή
- 哀悼して
- Δυνητική
- 哀悼できる
- Προστακτική
- 哀悼しろ
- Βουλητική
- 哀悼しよう
- Υποθετική (ば)
- 哀悼すれば
- Υποθετική (たら)
- 哀悼したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 哀悼したい
- Απαγορευτική (~な)
- 哀悼するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 哀悼しなさい
- Παθητική
- 哀悼される
- Αιτιατική
- 哀悼させる