哀求
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ικετεύω με θέρμη, εκλιπαρώ επικαλούμενος το έλεος
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 哀求する
- Παρόν (ευγενικό)
- 哀求します
- Άρνηση (απλή)
- 哀求しない
- Άρνηση (ευγενική)
- 哀求しません
- Παρελθόν (απλό)
- 哀求した
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 哀求しました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 哀求しなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 哀求しませんでした
- Τε-μορφή
- 哀求して
- Δυνητική
- 哀求できる
- Προστακτική
- 哀求しろ
- Βουλητική
- 哀求しよう
- Υποθετική (ば)
- 哀求すれば
- Υποθετική (たら)
- 哀求したら
- Επιθυμητική (~たい)
- 哀求したい
- Απαγορευτική (~な)
- 哀求するな
- Προστακτική (ευγενική)
- 哀求しなさい
- Παθητική
- 哀求される
- Αιτιατική
- 哀求させる