あいきゅう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 ικετεύω με θέρμη, εκλιπαρώ επικαλούμενος το έλεος

Κλίση

Παρόν (απλό)
哀求する
Παρόν (ευγενικό)
哀求します
Άρνηση (απλή)
哀求しない
Άρνηση (ευγενική)
哀求しません
Παρελθόν (απλό)
哀求した
Παρελθόν (ευγενικό)
哀求しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
哀求しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
哀求しませんでした
Τε-μορφή
哀求して
Δυνητική
哀求できる
Προστακτική
哀求しろ
Βουλητική
哀求しよう
Υποθετική (ば)
哀求すれば