品定め
ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 αξιολόγηση, εκτίμηση, κρίση, σχολιασμός
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 品定めする
- Παρόν (ευγενικό)
- 品定めします
- Άρνηση (απλή)
- 品定めしない
- Άρνηση (ευγενική)
- 品定めしません
- Παρελθόν (απλό)
- 品定めした
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 品定めしました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 品定めしなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 品定めしませんでした
- Τε-μορφή
- 品定めして
- Δυνητική
- 品定めできる
- Προστακτική
- 品定めしろ
- Βουλητική
- 品定めしよう
- Υποθετική (ば)
- 品定めすれば
- Υποθετική (たら)
- 品定めしたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 品定めしたい
- Απαγορευτική (~な)
- 品定めするな
- Προστακτική (ευγενική)
- 品定めしなさい
- Παθητική
- 品定めされる
- Αιτιατική
- 品定めさせる