品しな物もの

ουσιαστικό | N4 | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 αντικείμενο, είδος, πράγμα, εμπόρευμα, πραμάτεια

Παραδείγματα

  • この品物しなものは良よいです。

    Αυτό το αντικείμενο είναι καλό.

  • 店みせにはたくさんの品物しなものが並ならんでいます。

    Στο μαγαζί είναι παρατεταμένα πολλά είδη.

  • 注文ちゅうもんした品物しなものが、予定よていよりも早はやく届とどいて嬉うれしいです。

    Είμαι χαρούμενος που τα εμπορεύματα που παρήγγειλα έφτασαν νωρίτερα από το αναμενόμενο.