そそ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα διεγείρω, υποκινώ, τονώνω, ερεθίζω, παρακινώ, προκαλώ

Κλίση

Παρόν (απλό)
唆る
Παρόν (ευγενικό)
唆ります
Άρνηση (απλή)
唆らない
Άρνηση (ευγενική)
唆りません
Παρελθόν (απλό)
唆った
Παρελθόν (ευγενικό)
唆りました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
唆らなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
唆りませんでした
Τε-μορφή
唆って
Δυνητική
唆れる
Προστακτική
唆れ
Βουλητική
唆ろう
Υποθετική (ば)
唆れば