くちびるむす

άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 σφίγγω τα χείλη μου

Κλίση

Παρόν (απλό)
唇を引き結ぶ
Παρόν (ευγενικό)
唇を引き結びます
Άρνηση (απλή)
唇を引き結ばない
Άρνηση (ευγενική)
唇を引き結びません
Παρελθόν (απλό)
唇を引き結んだ
Παρελθόν (ευγενικό)
唇を引き結びました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
唇を引き結ばなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
唇を引き結びませんでした
Τε-μορφή
唇を引き結んで
Δυνητική
唇を引き結べる
Προστακτική
唇を引き結べ
Βουλητική
唇を引き結ぼう
Υποθετική (ば)
唇を引き結べば