から

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τηγάνισμα φαγητού σε άφθονο λάδι αφού καλυφθεί ελαφρά με αλεύρι ή άμυλο πατάτας, τηγανητό φαγητό (κυρίως κοτόπουλο)

Κλίση

Παρόν (απλό)
唐揚げする
Παρόν (ευγενικό)
唐揚げします
Άρνηση (απλή)
唐揚げしない
Άρνηση (ευγενική)
唐揚げしません
Παρελθόν (απλό)
唐揚げした
Παρελθόν (ευγενικό)
唐揚げしました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
唐揚げしなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
唐揚げしませんでした
Τε-μορφή
唐揚げして
Δυνητική
唐揚げできる
Προστακτική
唐揚げしろ
Βουλητική
唐揚げしよう
Υποθετική (ば)
唐揚げすれば