からきさん

ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα καραγιουκί-σαν, νεαρές Γιαπωνέζες που στέλνονταν για εργασία (κυρίως ως ιερόδουλες) σε ξένες χώρες, ιδιαίτερα στη Νοτιοανατολική Ασία (από την περίοδο Μεϊτζί έως τις αρχές της περιόδου Σόουα)