唖あ然ぜん

άλλο, επίρρημα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 άναυδος, κατάπληκτος, αποσβολωμένος, εμβρόντητος

Παραδείγματα

  • 彼かれは唖然あぜんとした。

    Έμεινε άναυδος.

  • 突然とつぜんの出来事できごとに、みんなが唖然あぜんとした顔かおをしていた。

    Όλοι είχαν μείνει άναυδοι από το ξαφνικό γεγονός.

  • 彼かれの突拍子とっぴょうしもない発言はつげんに、参加者さんかしゃは皆みな、唖然あぜんとして言葉ことばを失うしなった。

    Οι συμμετέχοντες έμειναν όλοι άναυδοι και άφωνοι από την παράλογη δήλωσή του.