しょうどう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 καθοδήγηση (κινήματος, επανάστασης, κ.λπ.), ηγεσία
  2. 02 διδασκαλία του βουδισμού, προσηλυτισμός (κάποιου) στον βουδισμό
  3. 03 υποστήριξη, προώθηση

Κλίση

Παρόν (απλό)
唱導する
Παρόν (ευγενικό)
唱導します
Άρνηση (απλή)
唱導しない
Άρνηση (ευγενική)
唱導しません
Παρελθόν (απλό)
唱導した
Παρελθόν (ευγενικό)
唱導しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
唱導しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
唱導しませんでした
Τε-μορφή
唱導して
Δυνητική
唱導できる
Προστακτική
唱導しろ
Βουλητική
唱導しよう
Υποθετική (ば)
唱導すれば