しょう

ουσιαστικό, ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 τραγούδι, ερμηνεία τραγουδιού
  2. 02 απαρχαιωμένο μάθημα μουσικής (στα σχολεία προ του Β' Παγκοσμίου Πολέμου), τραγούδι για το μάθημα της μουσικής

Κλίση

Παρόν (απλό)
唱歌する
Παρόν (ευγενικό)
唱歌します
Άρνηση (απλή)
唱歌しない
Άρνηση (ευγενική)
唱歌しません
Παρελθόν (απλό)
唱歌した
Παρελθόν (ευγενικό)
唱歌しました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
唱歌しなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
唱歌しませんでした
Τε-μορφή
唱歌して
Δυνητική
唱歌できる
Προστακτική
唱歌しろ
Βουλητική
唱歌しよう
Υποθετική (ば)
唱歌すれば