唸る
ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 στενάζω, βογγώ
- 02 βρυχώμαι, ουρλιάζω, μουγκρίζω
- 03 βουίζω (κινητήρας, αέρας κ.λπ.), σφυρίζω, θροΐζω, κάνω έναν χαμηλό, υπόκωφο ήχο
- 04 κάνω επιφωνήματα θαυμασμού
- 05 τραγουδώ με δυνατή, χαμηλή φωνή (ιδίως σε παραδοσιακή ψαλμωδία ή απαγγελία)
- 06 είμαι έτοιμος να σκάσω, ξεχειλίζω
Παραδείγματα
-
犬が唸る。
Ο σκύλος γρυλίζει.
-
エンジンが唸る音。
Ο ήχος του κινητήρα που βουίζει.
-
強い風が窓を叩きつけ、ヒューヒューと唸っていた。
Δυνατός αέρας χτυπούσε το παράθυρο και σφύριζε/ούρλιαζε.
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 唸る
- Παρόν (ευγενικό)
- 唸ります
- Άρνηση (απλή)
- 唸らない
- Άρνηση (ευγενική)
- 唸りません
- Παρελθόν (απλό)
- 唸った
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 唸りました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 唸らなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 唸りませんでした
- Τε-μορφή
- 唸って
- Δυνητική
- 唸れる
- Προστακτική
- 唸れ
- Βουλητική
- 唸ろう
- Υποθετική (ば)
- 唸れば
- Υποθετική (たら)
- 唸ったら
- Επιθυμητική (~たい)
- 唸りたい
- Απαγορευτική (~な)
- 唸るな
- Προστακτική (ευγενική)
- 唸りなさい
- Παθητική
- 唸られる
- Αιτιατική
- 唸らせる