つば

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 φτύνω

Κλίση

Παρόν (απλό)
唾く
Παρόν (ευγενικό)
唾きます
Άρνηση (απλή)
唾かない
Άρνηση (ευγενική)
唾きません
Παρελθόν (απλό)
唾いた
Παρελθόν (ευγενικό)
唾きました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
唾かなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
唾きませんでした
Τε-μορφή
唾いて
Δυνητική
唾ける
Προστακτική
唾け
Βουλητική
唾こう
Υποθετική (ば)
唾けば