唾をつける
άλλο, ρήμα | Μετάφραση από JMdict
- 01 ιδιωματισμός συνήθως γραμμένο με κάνα καπαρώνω, κατοχυρώνω δικαίωμα, φτύνω (για να εμποδίσω άλλους να το πάρουν)
Κλίση
- Παρόν (απλό)
- 唾をつける
- Παρόν (ευγενικό)
- 唾をつけます
- Άρνηση (απλή)
- 唾をつけない
- Άρνηση (ευγενική)
- 唾をつけません
- Παρελθόν (απλό)
- 唾をつけた
- Παρελθόν (ευγενικό)
- 唾をつけました
- Παρελθόν άρνηση (απλή)
- 唾をつけなかった
- Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
- 唾をつけませんでした
- Τε-μορφή
- 唾をつけて
- Δυνητική
- 唾をつけられる
- Προστακτική
- 唾をつけろ
- Βουλητική
- 唾をつけよう
- Υποθετική (ば)
- 唾をつければ
- Υποθετική (たら)
- 唾をつけたら
- Επιθυμητική (~たい)
- 唾をつけたい
- Απαγορευτική (~な)
- 唾をつけるな
- Προστακτική (ευγενική)
- 唾をつけなさい
- Παθητική
- 唾をつけられる
- Αιτιατική
- 唾をつけさせる