ついばむ

ρήμα | Μετάφραση από JMdict

  1. 01 συνήθως γραμμένο με κάνα τσιμπώ με το ράμφος, ραμφίζω

Κλίση

Παρόν (απλό)
啄ばむ
Παρόν (ευγενικό)
啄ばみます
Άρνηση (απλή)
啄ばまない
Άρνηση (ευγενική)
啄ばみません
Παρελθόν (απλό)
啄ばんだ
Παρελθόν (ευγενικό)
啄ばみました
Παρελθόν άρνηση (απλή)
啄ばまなかった
Παρελθόν άρνηση (ευγενική)
啄ばみませんでした
Τε-μορφή
啄ばんで
Δυνητική
啄ばめる
Προστακτική
啄ばめ
Βουλητική
啄ばもう
Υποθετική (ば)
啄ばめば