商売人
ουσιαστικό | Μετάφραση από JMdict
- 01 έμπορος, συναλλασσόμενος, πανούργος επιχειρηματίας
- 02 ειδικός (σε κάποιο επάγγελμα ή τέχνη), επαγγελματίας
- 03 γυναίκα που εργάζεται στη νυχτερινή διασκέδαση (οικοδέσποινα σε μπαρ ή νυχτερινό κέντρο, γκέισα κ.λπ.), εταίρα